Select Page

We Happy Few Review

Xbox One

Το We Happy Few το γνωρίσαμε 2 χρόνια πριν, στην Ε3 του ‘16 ως έναν από τους κεντρικούς τίτλους που Xbox Game Preview, ένα πρόγραμμα που δίνει την ευκαιρία στους developers να παρουσιάσουν στο κοινό ένα concept, το οποίο με την σειρά του μπορεί να δώσει feedback και να συμμετέχει κατά κάποιον τρόπο στην ανάπτυξη του παιχνιδιού.

Η νεοφώτιστη τότε Compulsion Games με μόλις έναν indie τίτλο στο ενεργητικό της, παρουσίασε στον κόσμο έναν τίτλο που έσφυζε από προσωπικότητα και κίνησε πολύ το ενδιαφέρον με την θεματική του, ωστόσο με το που το έπιασαν οι περισσότεροι στα χέρια τους, ανακάλυψαν ότι επρόκειτο για ένα random generated roguelike παιχνίδι, χωρίς ίχνος της πλούσιας ιστορίας που αποκαλύφθηκε στο demo.

Δύο χρόνια αργότερα, η ομάδα ανάπτυξης μας παραδίδει επίσημα πλέον έναν τίτλο, ο οποίος προσπαθεί να κλείσει το κενό μεταξύ του αρχικού οράματος της και των απαιτήσεων των φαν. Τα έχει καταφέρει όμως με επιτυχία ή το τελικό αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο το τέρας του δόκτωρα Frankenstein;

WeHappyFew_02

 

WeHappyFew_10

 

WeHappyFew_13

 

Θα ξεκινήσω από τα γραφικά γιατί αυτά αποτελούν για εμένα το μεγαλύτερο πρόβλημα του We Happy Few. Δεν είναι ότι είναι άσχημα, ίσα ίσα που θεωρώ πως έχει γίνει καταπληκτική δουλειά στο κομμάτι των asset, του φωτισμού και της ατμόσφαιρας και όταν αυτά φορτώνουν το παιχνίδι μοιάζει πανέμορφο. Keyword στην προηγούμενη πρόταση η λέξη όταν, γιατί στην συγκεκριμένη περίπτωση πολλά από τα assets που απαρτίζουν τον κόσμο του παιχνιδιού φορτώνουν μόνο με αίτηση.

Κάθε κομμάτι γεωμετρίας σε ένα παιχνίδι αποτελείται από διαδοχικά στάδια λεπτομέριας που ονομάζονται LODs (level of detail), το καθένα από τα οποία αποτελείται από όλο και περισσότερα πολύγωνα. Όταν ο παίκτης πλησιάζει ένα αντικείμενο τότε αυτό που βλέπει είναι το LOD με τα περισσότερα πολύγωνα, όσο όμως απομακρύνεται από αυτό η game engine αντικαθιστά το LOD του αντικειμένου με κάποιο χαμηλότερης ποιότητας για να μην κάνει παραπανίσια δουλειά. Στο We Happy Few αυτή η αλλαγή αργεί πάααρα πολύ με αποτέλεσμα κάθε φορά που κινούμαστε έστω και λίγο πιο γρήγορα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια άμορφη μάζα η οποία χρειάζεται αρκετά δευτερόλεπτα(!) για να μετατραπεί σε γεωμετρία.

Φυσικά το πρόβλημα αυτό έρχεται σε συνδυασμό με ένα μεγάλο πλήγμα στην επίδοση του παιχνιδιού καθώς κάθε φορά παρατήρησα υπερβολικά μεγάλα frame drops στην καλύτερη των περιπτώσεων. Στην χειρότερη και σε περιοχές όπου πολλά πράγματα συνέβαιναν ταυτόχρονα στην οθόνη, το παιχνίδι απλά σήκωνε τα χέρια ψηλά και μου πετούσε ένα loading screen, όλο για την πάρτη μου, το οποίo διαρκούσε εξίσου αρκετά δευτερόλεπτα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο εκνευριστικό πράγμα από το να αναγκάζεσαι να αφήσεις το χειριστήριο κάτω, ειδικά όταν αυτό συμβαίνει απροειδοποίητα.

Στο κομμάτι του ήχου από την άλλη πλευρά τα πράγματα είναι αισθητά καλύτερα. Η ambient μουσική είναι on point όπως επίσης και ολόκληρο το soundtrack, ενώ καταπληκτική δουλεία θεωρώ πως έχει γίνει στο κομμάτι του voice acting. Ειδικά η φωνή του πρώτου πρωταγωνιστή του Arthur Hastings εμψυχώνει τον χαρακτήρα, πράγμα που είχα υπερβολικά πολύ καιρό να συναντήσω σε τέτοιο βαθμό. Αυτή η καθωσπρέπει Αγγλική προφορά δίνει ένα καταπληκτικό βάθος στον χαρακτήρα – είναι στην κυριολεξία ο Άγγλος κύριος Κακομοίρογλου που δεν έχει καταλάβει το πότε βρέθηκε μπλεγμένος σε όλη αυτή την περιπέτεια. Ακόμα και οι μονόλογοι που καλύπτουν την μονοτονία ή σε ενημερώνουν για τα status update του ήρωα π.χ. ότι διψάει ή ότι πεινάει κρύβουν μέσα τους μια μιζέρια που όσο και να ακούγεται αστείο με έκαναν να ταυτιστώ.

LaunchScreenshot_01_1920x1080

 

Όπως θα έχετε μέχρι τώρα καταλάβει, βρισκόμαστε στην Αγγλία, πιο συγκεκριμένα την μεταπολεμική Αγγλία της δεκαετίας του 60’ όμως τα πράγματα στο συγκεκριμένο universe έχουν πάει πολύ πιο στραβά απ’ ότι στην πραγματικότητα. Ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι του Wellington Wells, μιας πλασματικής περιοχής του Ηνωμένου Βασιλείου χαπακώνονται σαν να μην υπάρχει αύριο με ένα φάρμακο που ονομάζεται Joy, για να είναι όλη μέρα χαρούμενοι και ξέγνοιαστοι, χωρίς άγχη και κυρίως με ελάχιστες αναμνήσεις του παρελθόντος. Όποιο πνεύμα αντιλογίας δεν παίρνει τα χάπια του βαφτίζεται “Downer” και εξοστρακίζεται από την πόλη για να πάει να ζήσει με τους υπόλοιπους εξόριστους που προφανώς δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Μέσα σε αυτήν την δυστοπία λοιπόν, καλούμαστε να αναλάβουμε τον ρόλο τριών διαφορετικών ατόμων που για προσωπικού λόγους ο καθένας προσπαθεί να δραπετεύσει από την κόλαση του Wellington Wells.

Σε αυτό το σημείο οφείλω να ομολογήσω, πως σαν σενάριο, σαν ιστορία και σαν setting είναι ότι πιο φρέσκο και τολμηρό έχω δει στον χώρο του gaming τα τελευταία χρόνια. Θέλει αρκετό όραμα και δουλειά για να υλοποιήσει κανείς έναν κόσμο σαν αυτόν του We Happy Few και φαίνεται πως ο σεναριογράφος σε συνδυασμό με το art department έχουν καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να το πετύχουν στο μέγιστο.

Το παιχνίδι έχει χαρακτήρα και μια ιδιαίτερη προσωπική ταυτότητα. Το καταλαβαίνει κανείς μέσα από τις μικρές σκηνοθετικές πινελιές που έχει αφήσει η ομάδα ανάπτυξης του We Happy Few. O τρόπος με τον οποίο έχουν στηθεί μικρές σκηνές, όπως ένα ανοιχτό σπίτι με ένα ζευγάρι που αυτοκτόνησε από τις τύψεις, ένα tea party στην μέση ενός χωραφιού, αναπτύσσει στο μυαλό του παίκτη τον κόσμο χωρίς να εξηγεί και την παραμικρή λεπτομέρεια. Όταν μάλιστα από αυτά τα σημεία ξεκινάει και κάποιο secondary quest, έτσι ώστε να ανταμειφθεί ο παίκτης που παρεκκλίνει από το main story για να εξερευνήσει, η ιδιαιτερότητα αυτού του κόσμου μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Προσωπικό αγαπημένο; Η αποστολή με την εκκλησία του Simon Says – είχα πάρα πολύ καιρό να γελάσω έτσι.

WHF Screenshot 2

 

Από την άλλη, το ίδιο το παιχνίδι δεν έχει ξεκαθαρίσει τι θέλει να πετύχει με αυτά τα δευτερεύοντα quest. Κάποια σε ανταμείβουν με ability points, κάποια άλλα όχι – ενώ δεν υπάρχει πουθενά καμία εξήγηση ως προς το γιατί συμβαίνει αυτό. Επίσης δεν υπάρχει καθόλου συνοχή μεταξύ των quest. Κάποια είναι μικρά, κάποια είναι μεγάλα, κάποια κόβονται απότομα και κάποια σχεδόν δεν μπορείς να τα χαρακτηρίσεις quest, όπως για παράδειγμα κάτι αποστολές που το μοναδικό objective είναι να σκάψεις μια τρύπα που βρήκες μπροστά σου.

Το ίδιο ισχύει και για το γενικότερο gameplay του We Happy Few. Μετά την στροφή προς το αφηγηματικό κομμάτι του παιχνιδιού που έκανε η ομάδα ανάπτυξης, πολλά από τα survival στοιχεία που υπήρχαν από πρίν έπρεπε είτε να αφαιρεθούν είτε να μειωθούν κατα κάποιον τρόπο. Έτσι για παράδειγμα το στοιχείο του random generated χάρτη εξακολουθεί να υπάρχει, όμως συμβαίνει μια φορά στην αρχή του παιχνιδιού, παράγοντας έτσι ένα μοναδικό setting για κάθε παίκτη, μέσα στο οποίο όμως θα μπουν τα ίδια quest στην τελική. Η πείνα και η δίψα δεν σε σκοτώνουν πλεόν απλώς σου κάνουν ένα μικρό debuff, ενώ ένα skill tree προστέθηκε από το πουθενά για να ικανοποιήσει λίγο και τους rpgάδες μέσα μας. Τίποτα από αυτά φυσικά δεν είναι κακό, αλλά και από την άλλη πλευρά τίποτα δεν ξεχωρίζει στο κομμάτι του gameplay.

Και φτάνουμε στην ουσία του θέματος, είναι το We Happy Few ένας τίτλος που αξίζει να τσεκάρει κανείς; Προφανώς η απάντηση είναι πολύ, πολύ περίπλοκη. Ο τίτλος σίγουρα χρειάζεται περισσότερο polish καθώς πέρα από τα προβλήματα στην επίδοση μαστίζεται και από άπειρα μικρά μεν ενοχλητικά δε bugs. Π.χ. εχθροί χωμένοι μέχρι την μέση στα γραφικά, glitches στα animations όπως για παράδειγμα να εμφανίζεται το όπλο στο χέρι σου την ώρα που ξεκλειδώνεις μια κλειδαριά, icons από quests που παραμένουν στον χάρτη αφού τα τελειώσεις, εχθροί που εξαφανίζονται μπροστά στα μάτια σου μόλις ξημερώσει, άντρες npcs με γυναικεία ονόματα και το ανάποδο, ακόμα και οι υποτιτλοι μου σε κάποια φάση αλλαξαν σε Ισλανδικα!

Θα μπορέσει ποτέ όμως η ομάδα ανάπτυξης να βελτιώσει το παιχνίδι σε τέτοιο βαθμό; Δεν αισθάνομαι τόσο σίγουρος για να απαντήσω. Επομένως δεν αισθάνομαι και τόσο άνετα για να το συστήσω σε κάποιον ειδικά όταν πρόκειται για full-price τίτλο. Ωστόσο είναι ένα από εκείνα τα παιχνίδια που έρχονται μια στις τόσες και πραγματικά θεωρώ πως αδικεί τον εαυτό του με όλα αυτά τα τεχνικά θέματα. Επομένως έχετε το μάτι σας επάνω του ειδικά σε κάποια καλή έκπτωση ή ακόμα καλύτερα στην περίπτωση που μπεί στο game pass να του ρίξετε μια ματιά που αν μη τι άλλο την αξίζει.

Άρης

Black Dog GR