Select Page

Και κάπως έτσι φτάνουμε στον τελευταίο τίτλο αυτού του μεγάλου κύκλου των καθαρόαιμων old-school Final Fantasy κυκλοφοριών στο Xbox One. Βέβαια το τί ορίζεται ως καθαρόαιμο Final Fantasy τίθεται σίγουρα προς συζήτηση καθώς, όπως και με το X-2 έτσι και με το XII – μην μπερδεύεστε είναι δύο διαφορετικά παιχνίδια – η Square Enix αρχίζει να παίρνει κάποιες πρωτοβουλίες και να πειραματίζεται με την συνταγή.

Βέβαια όλα αυτά συμβαίνουν το μακρινό 2006 και για μια γενιά κονσολών η οποία τότε βρισκόταν στα τελειώματα της όποτε είναι λογικό πολύς κόσμος, συμπεριλαμβανομένου και εμένα, να μην έχει πιάσει ποτέ στα χέρια του το Zodiac Age. Παίζοντας λοιπόν αυτόν τον τίτλο για να γράψω αυτό το review, εξερευνούσα για πρώτη φορά τον κόσμο της Ivalice, ερχόμουν για πρώτη φορά σε επαφή με τους κεντρικούς χαρακτήρες – και το απαίσιο κούρεμα του πρωταγωνιστή – και έβλεπα για πρώτη φορά ένα σύστημα μάχης που προσπαθούσε κάπως να ξεφύγει από το καθαρό turn based.

Όπως κάθε remaster που σέβεται τον εαυτό του, έτσι και η συγκεκριμένη κυκλοφορία δεν θα μπορούσε παρά να έχει υποστεί μια αρκετά αξιόλογη βελτίωση των γραφικών της. Μεταξύ των λίγων πραγμάτων που έφτιαξε η ομάδα που έχει αναλάβει το port βρίσκουμε βελτιωμένα textures, τόσο στο background όσο και στο περιβάλλον, περισσότερα πολύγωνα στα μοντέλα των χαρακτήρων, βελτιώσεις στις σκιές και τον φωτισμό, βελτιωμένο anti-aliasing και HD ανάλυση στα φιλμ της ιστορίας. Ακόμα, οι κάτοχοι Xbox One και Xbox One S θα παίξουν το παιχνίδι στα 30fps in-game και 60fps στα μενού, ενώ όσοι έχουν στην διάθεση τους ένα Xbox One X θα μπορούν να απολαύσουν ολόκληρο το παιχνίδι στα 60fps κλειδωμένα παντού.

Σε ό,τι αφορά τον ήχο τα πράγματα είναι κάπως πιο μπερδεμένα. Από την μια, η ομάδα που ανέλαβε το remaster έχει κάνει πάρα πολύ καλή δουλειά στην μίξη του soundtrack προσφέροντας τρεις διαφορετικές επιλογές μια για κάθε γούστο. Επίσης, βοηθάει πολύ το γεγονός ότι η original μουσική είναι τόσο χαρακτηριστική και καλογραμμένη που κάθε theme έχει τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα και σου μένει εντυπωμένο στο μυαλό. Από την άλλη όμως, το παιχνίδι πάσχει σε μεγάλο βαθμό στο voice acting. Πέρα από το γεγονός ότι οι διάλογοι είναι αφύσικοι και κακογραμμενοι και το ίδιο το παιχνίδι κυκλοφόρησε σε μια εποχή που το voice acting δεν είχε ακόμη καθιερωθεί και οι ηθοποιοί έψαχναν να βρουν τα πατήματά τους. Ακόμα και καταξιωμένες φωνές όπως αυτές του Gideon Emery που δανείζει την φωνή του στον Balthier δεν βρίσκονταν παρά στην αρχή της καριέρας τους σε έναν κλάδο που μόλις είχε αρχίσει να ανθίζει.

Η ιστορία κινείται και αυτή στα ίδια μέτρια πλαίσια. Πρώτα απ’ όλα είναι πολύ συγκεχυμένη, με τα πρώτα είκοσι και βάλε λεπτά του παιχνιδιού να αποτελούνται από ένα τεράστιο εισαγωγικό βιντεάκι με ονόματα κρατών, βασιλέων και στρατηγών – οι μισοί από τους οποίους πεθαίνουν κιόλας. Γενικότερα εκεί που νομίζεις ότι έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις τί παίζει, οι σεναριογράφοι παίρνουν κάτι πρωτοβουλίες που δεν τις έχω δει ούτε σε μεσημεριανή μεξικάνικη σαπουνόπερα και σε αφήνουν σύξυλο. Ουσιαστικά προσπάθησαν να αποδώσουν ένα πολιτικό σκηνικό α λά Game of Thrones – πριν αυτό να γίνει κουλ – όπου ο πρωταγωνιστής και οι χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν δεν είναι τίποτα παραπάνω από πιόνια σε ένα τεράστιο παιχνίδι εξουσίας.

Δυστυχώς δεν με έπεισαν.

Αυτό που με έπεισε όμως είναι όλο το υπόλοιπο παιχνίδι. Πρώτα απ’ όλα, σαν ένα καθαρόαιμο RPG που είναι, το Final Fantasy XII προσφέρει ένα από τα πιο εθιστικά και expansive skill trees για κάθε χαρακτήρα, το οποίο δεν είναι και προκαθορισμένο από την αρχή. Με βάση τα στατιστικά του κάθε ήρωα που εντάσσεται στο party μας, καλούμαστε να επιλέξουμε ποια ειδικότητα θέλουμε να του δώσουμε με την συγκεκριμένη έκδοση να υποστηρίζει και μέχρι δύο κλάσεις για κάθε χαρακτήρα.

Παίζοντας το παιχνίδι σίγουρα θα μαζέψουμε αρκετό LP για να αναβαθμίσουμε τα skills μας αλλά εάν θέλουμε πραγματικά να πάμε την φάση στο επόμενο επίπεδο θα πρέπει να farmάρουμε χωρίς αύριο.

Και πριν καν προλάβεις να πεις “μα καλά δεν βαριέσαι να παίζεις τους ίδιους εχθρούς ξανά και ξανά” το παιχνίδι εισάγει το σύστημα των hunts, με το οποίο σε στέλνει σε συγκεκριμένες τοποθεσίες να κυνηγήσεις και να σκοτώσεις συγκεκριμένα ζώα. Έτσι, όχι μόνο το farming γίνεται λατρεία, αλλά χτίζεται και ένα ολόκληρο κομμάτι του lore γύρω από τα ζώα και τις ικανότητες/συνήθειες τους που όμοιο του έχουμε καιρό να συναντήσουμε σε σύγχρονο παιχνίδι.

Φυσικά, οι μάχες με τα ζώα αυτά δεν θα είχαν ενδιαφέρον αν δεν ήταν εξίσου ενδιαφέρον και το σύστημα μάχης και στο Final Fantasy XII έχουμε την πρώτη περίπτωση που η Square Enix κάνει ένα βήμα από το turn-based πρός το real-time. Οι επιθέσεις και οι ικανότητες μας εκτελούνται με βάση ενα gauge το οποίο γεμίζει με διαφορετική ταχύτητα ανάλογα με την πράξη που θέλουμε να εκτελέσουμε ενώ οι κινήσεις των υπόλοιπων χαρακτήρων του party βασίζονται πάνω στο gambit system. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα από τα πιο περίπλοκα και συνάμα απλά Α.Ι. συστήματα που έχω συναντήσει σε παιχνίδι. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ακολουθία if/then εντολών προς τους A.I. συντρόφους μας, οι οποίες εκτελούνται με την σειρά με την οποία εμείς καθορίζουμε. Πολύ ωραίο σύστημα το οποίο μπορεί να προσφέρει απίστευτο βάθος σε όσους έχουν την όρεξη να κάτσουν και να πειραματιστούν μαζί του.

Η αγαπημένη μου όμως προσθήκη, by far, σε αυτό το remaster είναι η δυνατότητα να επιταχύνεις το παιχνίδι, είτε 2x είτε 4x, πατώντας το αριστερό bumper. Αυτό αφαιρεί το “νεκρό” χρόνο που αναγκαστικά ξοδεύουμε περνώντας ξανά και ξανά από περιοχές που έχουμε επισκεφτεί στο παρελθόν αλλά και από εκείνες τις μάχες με τις οποίες απλώς θέλουμε να τελειώνουμε για να πάμε παρακάτω.

Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι η συγκεκριμένη κυκλοφορία αποτελεί ένα καλό remaster ενός εξαιρετικού για την εποχή του παιχνιδιού. Όπως και με το FF IX, αλλά και το FF X/X-2 δεν μπορώ παρά να το προτείνω με κλειστά τα μάτια τόσο στους φίλους των Final Fantasy όσο και σε όσους έχουν έστω και την παραμικρή επιθυμία να χαθούν στον μαγικό κόσμο που κατασκευάζει με κάθε κυκλοφορία η Square Enix.

Α και μην ξεχνάτε, το FF XIII είναι εδώ και καιρό backwards compatible 🙂