Select Page

Blair Witch

Review

Δεκαετίες μετά τις επιτυχημένες ταινίες που άφησαν ξάγρυπνους πολλούς εφήβους και άλλους τόσους να τρέχουν στα δάση με μια κάμερα στο χέρι σαν ένα μοντέρνο παιχνίδι κυνήγι μαγισσών, η Blooper Team μας γυρνάει πίσω στο Black Hills Forest για να καταφέρουμε να λύσουμε άλλο ένα μυστήριο. Άραγε είναι τόσο εύκολο ή η μάγισσα έχει άλλα σχέδια για εμάς?

Στο παιχνίδι αναλαμβάνουμε τον ρόλο του Ellis, ενός αστυνομικού, πρώην στρατιωτικού, με πολλα προβληματα, τύψεις και χίμαιρες να τον κυνηγούν και να τον βασανίζουν σε κάθε βήμα του. Στην προσπάθειά του να ενταχθεί και να εξιλεωθεί, συμμετέχει στην έρευνα εξαφάνισης ενός μικρού παιδιού, του Peter, μέσα στο περιβόητο πλέον δάσος. Γρήγορα όμως όλα μπερδεύονται και βρίσκεται μόνος του στο δάσος.

Ευτυχώς, έχει την παρέα του πιστού, αστυνομικού σκύλου, του Bullet – που τελικά αποτελεί τεράστια βοήθεια στο παιχνίδι, καθώς εκτός του ότι σε βοηθάει να συνεχίσεις όταν χάνεσαι, του δίνεις εντολες και μπορεί π.χ. να σου φέρνει πράγματα, και γενικά είναι η μοναδική “φυσιολογική” επαφή που μπορείς να έχεις όταν το σκοτάδι έχει κατακλύσει τα πάντα – από το δάσος μέχρι τελικά και την ψυχή του πρωταγωνιστή μας.

Το μοναδικό που μπορώ να προσθέσω είναι κρατήστε το σκύλο κοντά σας. Θα σας χρειαστεί.

Αν και το παιχνίδι είναι μικρό, σε 4 με 5 ώρες το τελειώνεις, καταφέρνει από τα πρώτα κι’ όλας λεπτά να σε κρατάει σε αγωνία και ανησυχία του τί μπορεί να γίνει παρακάτω. Και αυτό το καταφέρνει με πολλούς τρόπους. 

Πρώτα η τοποθεσία αυτή καθ’ αυτή – νύχτα, στο δάσος με μόνο ένα φακό και ένα σκύλο. Δεύτερον αντιλαμβάνεσαι γρήγορα πως κάτι μεταφυσικό υπάρχει τριγύρω σου. Στο σκοτάδι… Τρίτον, η έλλειψη ήχων εκτός από ότι έρχεται από το δάσος, την αναπνοή σου και το σκύλο (που κάνει και την περισσότερη φασαρία). Η μουσική επένδυση αποτελεί ένα ανατριχιαστικό χαλί ησυχίας. Τέταρτο, η ίδια η ψυχολογία του πρωταγωνιστή μας, που συχνά χάνεται στις σκέψεις του για το παρελθόν, χάνοντας σχεδόν το παρόν, και πέμπτο η τοποθεσία – ναι το είπα και πρίν, αλλά, παιδιά, σε όλους μας έχει συμβεί κάποια στιγμή να είμαστε νύχτα η σούρουπο σε μια δενδρώδη περιοχή και θυμάστε πως είναι αυτό το αίσθημα. 

Ας περάσουμε στο gameplay που ως στήσιμο είναι απλό, αλλά είναι ακριβώς ότι χρειάζεται για να μας δημιουργεί μια συνεχή ανασφάλεια. Ως γνήσιος gamer της εποχής μας πλέον, πίστευα ότι σε κάποιο σημείο όλο και κάποιο όπλο θα σηκώναμε για να σκοτώσουμε τίποτα. Προς ευχάριστη έκπληξη μου αυτό έλειπε τελείως.

Κύριο “όπλο” μας είναι ένας φακός, που είναι καίριο παράρτημα της επιβίωσης μέσα στο δάσος. Πέρα από αυτό, έχουμε την κάμερα – που έχει διπλή χρήση, μιας και η οθόνη της έχει υπέρυθρη λήψη που προσθέτει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε αρκετές περιπτώσεις, ενώ έχουμε και τις βιντεοκασέτες που βρίσκουμε καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού που μας δίνουν λεπτομέρειες – ή συχνά αλλάζουν τα πράγματα τριγύρω μας.

Μετά περνάμε στο κινητό, που μια σωστή χρήση δεν έχει – μόνο για να πάρουμε κάτι τηλέφωνα και αυτά αμφιβάλλω αν όντως ήταν πραγματικά (πάλι σήμα δεν είχαμε). Και στο τέλος περνάμε στο CB – σαν walkie talkie δηλαδή – που μιλάμε με τα υπόλοιπα μέλη της διάσωσης του παιδιού την αστυνομία – α ναι και την μάγισσα.

Ως εμπειρία, μπορώ να πω πως περίμενα το παιχνίδι να είναι πιο τρομακτικό. Αλλά η συνοχή και η επιμονή της ατμόσφαιρας που κατάφερε να δημιουργήσει, δε σε άφηνε να ηρεμήσεις λεπτό – κάτι ιδιαίτερα ευχάριστο για αυτό το είδος παιχνιδιού.

Μόνο την τελευταία ώρα παιχνιδιού τα πράγματα χάνουν κάθε λογική – αναρωτιέσαι αν όλα όσα έκανες τα έκανες και όσα δεν έκανες αν θα έπρεπε να τα είχες κάνει. Οι εικόνες θολές, ο χαρακτήρας μας στα όρια της κατάρρευσης και εμείς να προσπαθούμε να βρούμε ένα φως – γιατί ακόμα  και ο φακός μάς είχε παρατήσει.

Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και το ότι οι επιλογές που κάνεις – και οι αποφάσεις που πρέπει να πάρεις μέσα στο παιχνίδι – παίζουν σημαντικό ρόλο, και ανάλογα με το τι έχεις πράξει, βλέπεις και το ανάλογο τέλος όταν φτάνει πλέον η ώρα.

Η μηχανή γραφικών της εταιρείας είναι πολύ καλά στημένη, με ωραίους φωτισμούς τόσο  στα cutscenes όσο και στο gameplay – ο ήλιος που τύχαινε να περνάει μέσα από τα δέντρα το πρωί σού έδινε ένα αίσθημα ανακούφισης ότι μπορείς να δεις και λίγο παρακάτω, ένα αντίθετα το βράδυ ο εφιάλτης και η παράνοιά σου μεγάλωνε. Και μιας και μόνο ο φακός έκανε δουλειά για να βοηθήσει την κατάσταση, γύρναγες συνέχεια για να δεις αν κάποιος – και ποιος ή τί – σε παρακολουθεί. Το μοναδικό που μου άφησε μια πίκρα στη μηχανή είναι το κακό frame rate στην κίνηση του πρωταγωνιστή μας, κάτι που συχνά σε βγάζει λίγο έξω από το mood. Ο ήχος και αυτός πολύ προσεγμένος, με τους ambient θορύβους του δάσους σε συνδυασμό με την ανάσα του πρωταγωνιστή να σε κάνουν να μην μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια σου από την οθόνη.

Νομίζω πως τέτοια παιχνίδια μας λείπουν και χρειάζονται για να ξεφεύγουμε από την λύσσα των multis, και για να ταξιδεύουμε σε έναν άλλο κόσμο – καλό η κακό στην προκειμένη φάση.

Όπως και να έχει, πρέπει να περπατήσουμε πολύ για να καταφέρουμε να ξετυλίξουμε το μίτο της Αριάδνης.

Ευγένιος

"EuGeNiOs" στο Xbox