Select Page

Dishonored 2

Xbox One Review

Δεκαπέντε χρόνια μετά το τέλος του πρώτου Dishonored – και τέσσερα real life χρόνια, o Corvo Attano επιστρέφει για να υπερασπιστεί ακόμη μια φορά τον θρόνο της Dunwall, αυτή την φορά με την μεγάλη και βασίλισσα πλέον κόρη, του Emily Kaldwin. Δύο πρόσωπα, δύο πρωταγωνιστές, δύο ιστορίες, δύο φωνές, δύο τρόποι για να παίξεις το ίδιο παιχνίδι. Το Dishonored (δύο) παίζει πάρα πολύ με αυτήν την δυαδικότητα για να μας προσφέρει έναν τίτλο ο οποίος προσπαθεί να μας πείσει πως χρώμα γκρίζο δεν υπάρχει, παρά μόνο άσπρο και μαύρο.

Ξεκινώντας από τα γραφικά θέλω να δώσω συγχαρητήρια στην Arkane Studios για το art style το οποίο έχει καθορίσει και ακολουθεί καθ’ όλη την διάρκεια του παιχνιδιού. Στυλιζαρισμένα γραφικά, λες και έχουν ξεπηδήσει από κάποιον πίνακα ζωγραφικής προσπαθούν και καταφέρνουν να αποδώσουν στον χώρο την αίσθηση της πινελιάς, σαν να έχω πάρει μια βούρτσα γεμάτη με χρώμα να την έχω απλώσει επάνω στον καμβά και να την μεταφέρω αυτούσια in-game σε 3D περιβάλλον.

Αυτή η ρευστότητα είναι παρούσα παντού, από τα κλιπάκια μεταξύ των αποστολών μέχρι τα animations των executions και της κίνησης, το Dishonored 2 σου δίνει την αίσθηση ενός κόσμου ζωντανού που βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση και που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει υπάρξει στην πραγματικότητα, ίσως σε ένα κάποιο παράλληλο σύμπαν με το δικό μας.

Και είναι αρκετά εμφανές πως η ομάδα ανάπτυξης έχει κάνει την μελέτη της επάνω στην ιστορική περίοδο που πραγματεύεται καθώς όλο το παιχνίδι διέπεται από το πνεύμα του 19ου αιώνα. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια πόλη την Karnaca, στην οποία και θα περάσουμε το περισσότερο χρόνο του παιχνιδιού που φέρνει πάρα πολύ σε μια παλιά και ιστορική και πάρα μα πάρα πολύ steampunk Γένοβα, ακριβώς την περίοδο που ο ατμός και ο ηλεκτρισμός συνυπάρχουν σαν μορφές ενέργειας.

Θεωρώ πως το build για τις κονσόλες είναι σχετικά σταθερό, καθώς δεν συνάντησα και πολλά προβλήματα στα playthrough μου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν κιόλας, με την έννοια του οτι συνάντησα σε αρκετά σημεία frame drops, textures τα οποία έλειπαν σε σημεία που ακουμπούσε η γεωμετρία, draw distances τα οποία αργούσαν να ανανεωθούν, γλάρους οι οποίοι έμεναν σταθεροί στον αέρα κτλ.

Και κάπου εδώ επιστρέφω σε αυτό που είπα αρχικά περί άσπρου και μαύρου. Το παιχνίδι έχει κάποια καταπληκτικά στοιχεία (άσπρο) και κάποια εντελώς απαίσια (μαύρο).

Συνεχίζοντας με τον τεχνικό τομέα, θα περάσω στον ήχο όπου πιστεύω πως έχει γίνει αρκετά καλή δουλειά η οποία όμως αδικείται και χαντακώνεται από τα εμφανή σημεία του τίτλου. Για παράδειγμα η μουσική είναι νομίζω ένα από τα δυνατά σημεία του τίτλου, με τον Daniel Licht να υπογράφει μια καταπληκτική δουλεία – ειδικά το intro theme με το που ανοίγεις το παιχνίδι είναι πορωτικό, αν και φέρνει πολύ σε Sherlock.

Αντίθετα το voice acting είναι πολύ πολύ κακό με πολλούς από τους διαλόγους να παραδίδονται μονότονοι και χωρίς ψυχή, με τον Outsider να είναι ο μόνος ο οποίος σώζει την κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά δεν θεωρώ πως είναι έλλειψη ταλέντου και δουλειάς των voice actors όσο έλλειψη οράματος και σκηνοθεσίας στην κατεύθυνση της ιστορίας του παιχνιδιού. Με το που ξεκινάει το παιχνίδι βομβαρδιζόμαστε με διαλόγους που είναι τίγκα στο exposition απλά και μόνο για να χωθεί όσο περισσότερο ιστορία γίνεται σε όλο λιγότερο χρονικό διάστημα.

Για να μην παρεξηγηθώ δεν λέω πως η πλοκή του Dishonored 2 δεν είναι ωραία, αντίθετα έχει μια ωραία δομημένη ιστορία η οποία όμως θα μπορούσε να έχει παρουσιαστεί στον παίκτη με πολύ καλύτερο τρόπο. Στα πρώτα πέντε λεπτά λοιπόν του εισαγωγικού βίντεο – δεν ελέγχουμε καν την Emily – σκάει μύτη η κακιά ετεροθαλής θεία (δεν είμαι καν σίγουρος αν αυτός είναι ο σωστός όρος) παρέα με έναν φίλο της Δούκα στο παλάτι, λένε “ναι γεια σας» και παίρνουν την εξουσία.

Εντάξει, καταλαβαίνω πως κάπως πρέπει να στήσουμε την σκηνή και όλα αυτά, αλλά δυστυχώς αυτό που περιγράφω παραπάνω, επαναλαμβάνεται σε πάρα πολλά από τα σημεία κλειδιά της ιστορίας.

Όπως και να ‘χει αφού τελειώσει η φασούλα με το #thisisacoup καλούμαστε να επιλέξουμε τον/την χαρακτήρα που γουστάρουμε, δηλαδή Emily ή Corvo με τον καθένα να έχει το δικό του ξεχωριστό ability tree ενώ υπάρχει και η επιλογή να παίξουμε χωρίς καθόλου abilities (αυτό είναι και το 2ο συνεχόμενο playthrough που προσπαθώ να ολοκληρώσω την στιγμή που γράφω το παρών κείμενο).

Αν υπάρχει μια φράση που να χαρακτηρίζει το Dishonored 2 αυτή είναι “απόλυτη ελευθερία επιλογών” και τρελαίνομαι από την χαρά μου που μπορώ να την χρησιμοποιήσω για ένα action/stealth παιχνίδι πλέον αντί απλά για ένα RPG. Από την πρώτη στιγμή που θα πατήσουμε το πόδι μας στους δρόμους της Dunwall στην αρχική αποστολή, γίνεται εμφανές ότι το παιχνίδι είναι φτιαγμένο για να παρέχει στους παίκτες επιλογές σχετικά με το πως θέλουν να το παίξουν.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ένα μεγάλο εύρος playstyles το οποίο ξεκινάει από την εξερεύνηση και τις stealth προσεγγίσεις και καταλήγει σε μάχες, ξύλο και in-your-face excecutions. Για παράδειγμα αρκετές φορές έχεις παραπάνω από έναν τρόπους να προσεγγίσεις ένα σημείο, είτε αυτό σημαίνει να βρεις ένα κλειδί, να σπάσεις μια πόρτα να σκαρφαλώσεις από ένα ανοικτό παράθυρο κτλ. Θα το πάω τόσο μακρυά, μέχρι το σημείο που ισχυρίζομαι ότι νιώθεις και μια άλφα περηφάνια και εξυπνάδα όταν καταφέρεις να περάσεις ένα σημείο – ειδικά αν παίζεις stealth του στυλ “huh, κοίτα να δεις, μπορούσα όντως να το κάνω αυτό!”.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να μιλήσω για ένα στοιχείο που κάνει το Dishonored να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους τίτλους του είδους και αυτό είναι η καθετότητα. Με πιο απλά λόγια το παιχνίδι δεν κωλώνει να κάνει χρήση του άξονα z και να αρχίσει να επεκτείνεται και να αναπτύσσεται καθ’ ύψος. Αυτό, μας δίνει ένα κίνητρο να εξερευνούμε και να δίνουμε περισσότερη προσοχή σε σχέση με το τι υπάρχει επάνω από τα κεφάλια μας, αλλά ταυτόγχρονα ξεκλειδώνει και ακόμα πιο πολλές προσεγγίσεις και επιλογές.  

Ωστόσο μια ένσταση που έχω με την λογική του παιχνιδιού είναι ότι παρουσιάζει την action προσέγγιση κάτω από μια αρνητική σκοπιά. Δηλαδή ξεκινάς τον τίτλο και σιγά σιγά τίθενται στην διάθεση σου τόσα γαμάτα gadgets όπως πιστόλια, crossbows, χειροβομβίδες, springrazors, stun mines, ΑΛΛΑ άμα τα χρησιμοποιήσεις και σκοτώσεις πολύ κόσμο θα έχεις ένα high chaos ending.

Βασικά μου αρέσει πολύ αυτό το δίπολο μεταξύ high/low chaos και η λογική του ότι οι πράξεις έχουν προφανώς ένα άμεσο αποτέλεσμα στον κόσμο της Karnaca. Πιστεύω όμως ότι το παιχνίδι δαιμονοποιεί πολύ το high chaos και προμοτάρει την stealth προσέγγιση. Και κάπου εδώ είναι που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ως gamers πως το Dishonored 2 αποτελεί ουσιαστικά μια παιδική χαρά, ως ένα δεύτερο Westworld, στο οποίο αν θέλουμε να κυκλοφορούμε και να ξεκοιλιάζουμε κόσμο μπορούμε να το κάνουμε. Και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό και ας έχουμε high chaos τέλος.

Στα αρνητικά του gameplay δεν μπορώ παρά να κατοχυρώσω το γεγονός ότι η ομάδα ανάπτυξης δεν επεκτείνεται σε καινούριους μηχανισμούς παρά σε συγκεκριμένα και μεμονωμένα τμήματα του τίτλου. Πέρα δηλαδή από μια πολύ όμορφη αναλαμπή στην έβδομη αποστολή και την δύναμη Domino της Emily, το παιχνίδι έχει την αίσθηση ενός Dishonored 1.5. Αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα κακό στοιχείο αλλά βλέποντας το “τι θα μπορούσε να”, μου δημιουργείται η ανάγκη να δω πιο πολλές νέες gameplay λούπες οι οποίες δυστυχώς δεν είναι εκεί.

Επίσης αντιμετώπισα μια μεγάλη δυσκολία στο να καταλάβω την λογική με την οποία λειτουργεί το AI, πράγμα το οποίο το θεωρώ από τα πιο σημαντικά στοιχεία ενός stealth τίτλου. Και δεν μιλάω τόσο για τις ρουτίνες και τις πορείες, αυτές θέλουν απλά παρατηρητικότητα και υπομονή. Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στο πως λειτουργεί το ΑΙ σε σχέση με τις επιλογές που κάνω εγώ και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι “όπως να ‘ναι”. Αν το συνδυάσουμε αυτό με το γεγονός ότι είναι πολύ εύκολο να γίνεις αντιληπτός και να σου κάνουν rush οι φρουροί ακόμα και στις χαμηλότερες δυσκολίες, τότε θα βρεθούμε πολλές φορές να παίζουμε το ‘Dishonored 2: loading screen’, aka πάμε από την αρχή. Τουλάχιστον, τα loading times είναι ικανοποιητικά.  

Εν τέλει νομίζω πως μπορώ να συνοψίσω το Dishonored 2 με ένα από τα voice lines που σπαμάρουν οι φρουροί “I put in a request for new boots, but all I got was a laundered sock”. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ και να είμαι ψεύτης και να πω πως δεν πέρασα καλά με αυτόν τον τίτλο, αντίθετα έχει αρκετό ζουμί για να σε κρατήσει. Έχει όμως και αρκετά – ναι μεν μικρά – θέματα που μπορούν, όμως, να ξενερώσουν αρκετό κόσμο. Νομίζω πως είναι ένας τίτλος που αρκετοί θα χαρούν να παίξουν αν και αυτό δεν σημαίνει πώς πρέπει να το κάνουν τώρα σώνει και ντε.

Άρης

Black Dog GR